Cope •
Τι σημαίνει
Λέξη που χρησιμοποιείται ειρωνικά για να περιγράψει έναν μηχανισμό αυτοπαρηγοριάς.
Λέγεται όταν κάποιος προσπαθεί να δικαιολογήσει μια αποτυχία ή μια δυσάρεστη πραγματικότητα με πρόχειρες εξηγήσεις.
Ετυμολογία
Από το αγγλικό ρήμα to cope («αντιμετωπίζω, διαχειρίζομαι»).
Στην online χρήση, το cope απέκτησε ειρωνική σημασία, δηλώνοντας όχι την αντιμετώπιση, αλλά την άρνηση της πραγματικότητας.
Fun fact
Συχνά εμφανίζεται μαζί με το seethe, σχηματίζοντας το meme cope & seethe, που σαρκάζει την αδυναμία αποδοχής της ήττας.
Πώς χρησιμοποιείται
– «Λέει ότι δεν τον νοιάζει, αλλά είναι καθαρό cope.»
– «Αυτό που λες ακούγεται σαν cope.»
– «Μην το κάνεις cope, απλώς πες ότι σε πείραξε.»