Γριντζ •
Τι σημαίνει
Λέξη που χρησιμοποιείται όταν κάτι προκαλεί έντονη αμηχανία, ντροπή ή δυσφορία.
Συχνά περιγράφει την αίσθηση που νιώθεις για λογαριασμό κάποιου άλλου, όταν η συμπεριφορά του φαίνεται επιτηδευμένη, άβολη ή «προσπαθεί υπερβολικά».
Ετυμολογία
Από την αγγλική λέξη cringe, που αρχικά σήμαινε «συστέλλομαι» ή «μαζεύομαι από αμηχανία ή φόβο».
Στη σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα, το cringe πέρασε από σωματική αντίδραση σε κοινωνικό συναίσθημα, περιγράφοντας καταστάσεις που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα.
Fun fact
Η έννοια του second-hand embarrassment έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής με την άνοδο των social media και των βίντεο, όπου ο θεατής βιώνει αμηχανία χωρίς να συμμετέχει άμεσα στη σκηνή.
Πώς χρησιμοποιείται
– «Αυτό το βίντεο ήταν τελείως γριντζ.»
– «Έπαθα γριντζ βλέποντάς τον να μιλάει έτσι.»
– «Ήταν τόσο επιτηδευμένο που μου προκάλεσε γριντζ.»